5/14/2017

Ο γιος του στρατηγού της απελευθέρωσης της Θράκης Ιωάννης Κ.Μαζαράκης Αινιάν γράφει για τους αγώνες του νεότερου Ελληνισμού

«ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΝΕΟΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ» είναι ο τίτλος ενός ενδιαφέροντος βιβλίου του επί σειρά ετών διευθυντή του Ιστορικού Εθνικού Μουσείου(Παλιά Βουλή) Ιωάννης Κ. Μαζαράκη-Αινιάν. Ο ίδιος είχε το προνόμιο να έχει πρόσβαση σε μοναδικές πηγές καθώς ο πατέρας του Κωνσταντίνος Μαζαράκης, γνωστός και ως...
καπετάν Ακρίτας, ήταν από τους κύριους οργανωτές του Μακεδονικού αγώνα και από τους αξιωματικούς του Ελληνικού Στρατού, που είχε καθοριστική συμβολή στις εξελίξεις της εποχής. Η 14η Μαίου ήταν πάντα μια ξεχωριστή μέρα στην οικογένεια Μαζαράκη-Αινιάν. Ο στρατηγός Κωνσταντίνος Μαζαράκης-Αινιάν είναι μια εμβληματική μορφή στρατιωτικού ηγέτη όχι μόνο για τη Θράκη αλλά και για το νεότερο Ελληνισμό.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ
1920-2010 : 90 ΧΡΟΝΙΑ
ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ

Ι.Κ. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ ΑΙΝΙΑΝ
«ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ»

Τις τελευταίες ημέρες του Οκτωβρίου 1918, ύστερα από τη συνθηκολόγηση της Αυστρουγγαρίας και της Γερμανίας, τερματίστηκε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και σταμάτησαν οι εχθροπραξίες. Είχε προηγηθεί η ανακωχή με την Τουρκία που υπογράφηκε στο λιμάνι του Μούδρου επί του αγγλικού θωρηκτού «Αγαμέμνων» στις 17 Οκτωβρίου 1918.

Σύμφωνα με τους όρους που υπαγορεύτηκαν, προβλεπόταν το άνοιγμα των Στενών και η κατάληψή τους από συμμαχικές δυνάμεις, η κατοχή της Κωνσταντινουπόλεως, η αποστράτευση του τουρκικού στρατού και η παράδοση του στόλου. Ακόμα, σημείων, που θα κρίνονταν αναγκαία για την ασφάλεια των Συμμάχων, καθώς και η απελευθέρωση όλων των αιχμαλώτων ή ομήρων και η άμεση επιστροφή στις εστίες τους.

Αν και οι όροι αυτοί ήταν αρκετά αόριστοι και ασαφείς, από τις 19 Οκτωβρίου αποφασίστηκε η άμεση κατάληψη των Στενών από Βρετανικές και Γαλλικές δυνάμεις (υπό το Στρατηγό Milne). Στις 4 Νοεμβρίου αγγλογαλλικά στρατιωτικά τμήματα εισήλθαν στην Κωνσταντινούπολη και οι στόλοι των Συμμάχων διέπλευσαν τα Δαρδανέλια.

Τα ελληνικά πολεμικά που συμμετείχαν. Μοίρα υπό τον πλοίαρχο Χατζηκυριάκο, με το θωρηκτό «Αβέρωφ» και τα αντιτορπιλικά «Αετός», «Ιέραξ» και «Πάνθηρ» εισπλεύσαν στο Βόσπορο και αγκυροβόλησαν, στις 14 Νοεμβρίου, εμπρός από τα ανάκτορα των Σουλτάνων. Πλήθος κόσμου κατέκλυσε αμέσως την παραλία και παραληρούσε από ενθουσιασμό, ψάλλοντας τον Εθνικό Ύμνο και τους ύμνους των άλλων Συμμάχων κρατών, ενώ τα παράθυρα των ελληνικών σπιτιών της Κωνσταντινουπόλεως και του Πέρα, είχαν γεμίσει από ελληνικές σημαίες που βιαστικά ετοιμάστηκαν εκείνες τις ημέρες από τις Ελληνίδες της Πόλης. (Μια τέτοια σημαία σώζεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

Από τις πρώτες ημέρες του Ιανουαρίου 1919, το Συμμαχικό Στρατηγείο, ο στρατηγός Franchet d’ Esperey και το επιτελείο του, μεταστάθμευσε από τη Θεσσαλονίκη στην Κωνσταντινούπολη. Συγχρόνως, εγκαταστάθηκε εκεί Ελληνική Στρατιωτική Αποστολή με το συν/χη Γ. Κατεχάκη. Ύπατος Αρμοστής στην Πόλη τοποθετήθηκε ο Ευθ. Κανελλόπουλος και μικρό ελληνικό τμήμα (ταγμ. Δημ. Βλαχόπουλος) έφθασε εκεί για την εξασφάλιση της τάξεως, ενώ Κρήτες χωροφύλακες ανέλαβαν τη φρουρά του Πατριαρχείου. Η Ελληνική σημαία κυμάτιζε στην Πόλη, μαζί με τις άλλες σημαίες των συμμάχων δυνάμεων.

Στη Σμύρνη είχε αποσταλεί το αντιτορπιλικό «Λέων» με τον πλοίαρχο Μαυρουδή που εκτελούσε προσωρινά και χρέη Αρμοστού. Στον Πόντο, όπου υπήρχαν χιλιάδες Έλληνες, εγκαταστάθηκε Στρατιωτική Αποστολή με το συντ/χη Δημ. Καθενιώτη.

Το Μάρτιο επισκέφθηκε επίσημα την Πόλη ο Έλλην Αρχιστράτηγος Λεωνίδα Παρασκευόπουλος με το επιτελείο του. Η υποδοχή που του επεφύλαξε ο ελληνικός πληθυσμός ήταν συγκινητική και οι τιμές που του απέδωσαν οι Σύμμαχοι εξαιρετικές. Επισκέφθηκε την Αγία Σοφία και το Πατριαρχείο, όπου για πρώτη φορά υψώθηκε το βυζαντινό λάβαρο με το δικέφαλο αετό, (παρόμοιο βρίσκεται στις συλλογές της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας). Ο Παρασκευόπουλος επισκέφθηκε ακόμα τη Μεγάλη του Γένους Σχολή την Ελληνική Κοινότητα το Ζάππειο Παρθεναγωγείο και τα άλλα εθνικά ιδρύματα, νοσοκομεία κλπ.

Σε σύσκεψη στην Κωνσταντινούπολη αποφασίστηκε από το Συμμαχικό Στρατηγείο η κατάληψη της Θράκης από τον Ελληνικό Στρατό και δόθηκε εντολή προετοιμασίας.

Οι Βούλγαροι που είχαν υπογράψει και αυτοί ανακωχή, από τις 29 Σεπτεμβρίου 1918, προσπαθούσαν με διπλωματικές ενέργειες ν’ αποφύγουν την εκκένωση της Θράκης που κατείχαν. Οι Σύμμαχοι είχαν εγκαταστήσει μικρές μόνο δυνάμεις για τον έλεγχο της περιοχής, ενώ Βούλγαροι κομιτατζήδες δρούσαν ακόμα στην ύπαιθρο και τρομοκρατούσαν τον πληθυσμό. Έπρεπε ακόμα ν’ αντιμετωπιστεί η αλλοίωση της ελληνικής φυσιογνωμίας της Θράκης που με βίαια μέσα, διωγμούς, αρπαγές και μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών, είχαν επιδιώξει οι Βούλγαροι.

Αμέσως μετά τη συνθηκολόγηση, Ελληνική Στρατιωτική Αποστολή υπό τον συν/χη πυρ. 

Κωνσταντίνο Μαζαράκη Αινιάνα, με ένα επίλεκτο επιτελείο εγκαταστάθηκε στη Σόφια, υπαγόμενο στον Αρχηγό της διασυμμαχικής επιτροπής, Γάλλο στρατηγό Chretien.

Η Ελληνική Αποστολή είχε δύσκολο έργο να επιτελέσει στην προσπάθειά της να εξουδετερώσει τη βουλγαρική αντίδραση και κακοπιστία. Ο Βενιζέλος είχε δώσει εμπιστευτικές εντολές στο συν/χη Μαζαράκη, να πράξει το παν για να ενισχυθεί η διπλωματική προσπάθεια που κατέβαλλε, ώστε να επιτευχθεί η εκχώρηση της Θράκης στην Ελλάδα. Η Ελληνική Στρατιωτική Αποστολή στη Σόφια έπρεπε ακόμα να φροντίσει για την ανεύρεση και τον επαναπατρισμό των Ελλήνων της Θράκης και της Ανατολικής Μακεδονίας και ιδιαίτερα των παιδιών που είχαν απαχθεί από τους Βουλγάρους, κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Ο αρχηγός της Αποστολής, συν/χης Μαζαράκης ανέπτυξε ιδιαίτερη δραστηριότητα με το μικρό επιτελείο, 15 αξιωματικών και 40 οπλιτών, που διέθετε. Περιήλθε ολόκληρη τη Βουλγαρία για να ανακαλύψει αποκρυπτομένους αιχμαλώτους και ομήρους και να ανεύρει τα ελληνόπαιδα, ιδίως ελληνοπούλες που είχαν απαχθεί και μεταχειρίστηκε κάθε μέσο για την απελευθέρωσή τους.

Εκτός όμως από αυτά, ο συν/χης Μαζαράκης προέβη σε μια ενέργεια μεγάλης εθνικής σημασίας. Εκμεταλλευόμενος την παλαιά φιλία του με τον Τούρκο βουλευτή Καβάλας Ισμαήλ Χακή μπέη, (πανίσχυρης τουρκικής οικογένειας, συγγενικής του τότε Χεβίδη της Αιγύπτου) κατόρθωσε να προσεγγίσει τους Τούρκους βουλευτές της Δυτικής Θράκης στη Σοβράνιε (Βουλγαρική Βουλή) και να τους πείσει ν’ αποστείλουν υπόμνημα προς το Γάλλο αρχιστράτηγο Franchet d’ Esperey ζητώντας την κατάληψη της Δυτικής Θράκης από τους Συμμάχους με τη συμμετοχή του ελληνικού στρατού.

Μεταξύ άλλων, στο υπόμνημα αναφερόταν: «Η κατάληψη της Δυτικής Θράκης από το Συμμαχικό στρατό θα θέσει τέρμα στα δεινά μας … Ευχής έργο θα ήταν αν ελληνικά στρατεύματα λάβουν μέρος σ’ αυτή την κατάληψη, γιατί οι Έλληνες της Δυτικής Θράκης δείχτηκαν πάντοτε φιλελεύθεροι προς ημάς και αποτελούν έθνος που δυνάμεθα να συμφωνήσουμε και θα μπορούσαν να μας προστατεύσουν, συγχρόνως με τους συμπατριώτες τους, που και αυτοί βρίσκονται στις ίδιες δύσκολες συνθήκες από τις υπερβασίες και τις ωμότητες των Βουλγάρων».

Το υπόμνημα αυτό υπέγραφαν και οι δέκα Μουσουλμάνοι Βουλευτές Θράκης στη Βουλγαρική Βουλή, που επηρεάζονταν έντονα στις ενέργειές τους από τον νέο τότε αξιωματικό Μουσταφά Κεμάλ. Όταν μαθεύτηκε η ενέργειά τους αυτή, οι Τούρκοι βουλευτές κτυπήθηκαν και έγιναν αντικείμενο βίαιων σκηνών κατά τη συνεδρίαση της Σοβράνιε. Φοβούμενοι χειρότερα αντίποινα κατέφυγαν στην ελληνική στρατιωτική αποστολή και φυγαδεύτηκαν με τις οικογένειές τους στην Κωνσταντινούπολη. 

Το υπόμνημά τους όμως έφθασε στα χέρια του Clemenceau και του Βενιζέλου στη Συνδιάσκεψη ειρήνης και η Δυτική Θράκη χωρίς άλλες αντιρρήσεις επιδικάστηκε στην Ελλάδα. Σε αναγνώριση της υπηρεσίας του αυτής, ο Συνταγματάρχης Κων. Μαζαράκης προήχθη τότε σε υποστράτηγο κατ’ εκλογήν με τηλεγράφημα του Βενιζέλου.

Απελευθέρωση της Δυτικής Θράκης

Από τον Οκτώβριο του 1919, τις παραμονές της υπογραφής της Συνθήκης του Neuilly, οι Βούλγαροι εξαναγκάστηκαν να εκκενώσουν τη Δυτική Θράκη και ο Στρατηγός Charpy ανέλαβε και την πολιτική διοίκηση, από την περιοχή της Ξάνθης και Κομοτηνής έως τον Έβρο. Συγχρόνως, η ΙΧ Μεραρχία (υποστράτηγος Γ. Λεοναρδόπουλος) διατάχθηκε να διαβεί το Νέστο (15 Οκτ.) και να καταλάβει την περιοχή της Ξάνθης. Η άριστη διαγωγή που έδειξε ο ελληνικός στρατός προς το εντόπιο μωαμεθανικό πληθυσμό, δικαίωσε τις προσδοκίες και συνέβαλε θετικά στην οριστική παραχώρηση της Θράκης στην Ελλάδα.

Με την υπογραφή της Συνθήκης του Neuilly στις 27 Νοεμβρίου 1919, καθορίστηκαν τα σύνορα της Βουλγαρίας προς τη Σερβία και τη Ρουμανία, ενώ μεταβιβάστηκαν προσωρινά στους Συμμάχους τα δικαιώματα στη Θράκη, έως την οριστική ρύθμιση του ζητήματος. Συγχρόνως, αποφασίστηκε ο αφοπλισμός και η μείωση του βουλγαρικού στρατού. Η Βουλγαρία υποχρεωνόταν ν’ αποδώσει τους απαχθέντες και ότι είχε αρπάξει από τις περιοχές που κατείχε στη Δυτική Θράκη και την Ανατολική Μακεδονία.

Η κατάσταση όμως αυτή διατηρήθηκε και ύστερα από την υπογραφή της Συνθήκης του Neuilly έως τον Μάιο του 1920, που τέλος εξουσιοδοτήθηκε ο Ελληνικός Στρατός να καταλάβει τα εδάφη της Θράκης.

Η κατάληψη της Θράκης έγινε σε δυο φάσεις, αρχικά της Δυτικής (Μάιος 1920) έως τον Έβρο και αργότερα της Ανατολικής (Ιούλιος 1920) έως τη γραμμή που καθόριζε η Συνθήκη των Σεβρών. Τις επιχειρήσεις ανέλαβε το Σώμα Στρατού Εθνικής Αμύνης, υποστρ. Εμμ. Ζυμβρακάκης, το οποίο μετονομάστηκε σε Στρατιά Θράκης. Περιλάμβανε: τη Μεραρχία Σερρών, υποστρ. Εμμ. Ζυμβρακάκης, την ΙΧ Μεραρχία υποστρ. Γ. Λεοναρδόπουλος και την νεοσύστατη Μεραρχία Ξάνθης, υποστρ. Κ. Μαζαράκης Αινιάν.

Η Μεραρχία Ξάνθης προήλθε από την ανάπτυξη της Μικτής Ταξιαρχίας (Συν/χης Κ. Πέτσας) που είχε συγκροτηθεί (6 Φεβρ. 1920) στη Θεσ/κη. Στις 11 Απριλίου ανέλαβε τη Διοίκηση της Μεραρχίας υποστράτηγος Κ. Μαζαράκης Αινιάν και από τις 23 Απριλίου άρχισε η μεταστάθμευση τμημάτων της Μεραρχίας στην περιοχή Ξάνθης (14ο Σ. Π.) με σκοπό την κατάληψη της Θράκης (Περιελάμβανε τα 13ο, 14ο και 15ο Συντ/τα Πεζικού και Μοίρα Ορειβατικού Πυροβολικού).

Η XIV Μεραρχία, (συν/χης Β. Κουρουσόπουλος), ανέλαβε την προκάλυψη των συνόρων στη Δυτική Μακεδονία και αργότερα επεκτάθηκε και στην Ανατολική. Κατά την β΄ περίοδο των επιχειρήσεων, για την κατάληψη της Ανατολικής Θράκης, προστέθηκε προσωρινά στη Στρατιά Θράκης και η Μεραρχία Σμύρνης, (συν/χης Αλεξ. Μαζαράκης –Αινιάν).

Στις 14 Μαΐου, το 14ο Σ. Πεζ. της Μεραρχίας Ξάνθης προωθήθηκε και κατέλαβε την Γκιουμουλτζίνα (Κομοτηνή) ενώ το 13ο Σ. Πεζ. τηρήθηκε ως εφεδρεία στην περιοχή Όξιλαρ (Τοξότες). Οι δυνάμεις της Μεραρχίας Σερρών ανέλαβαν την προκάλυψη από το Νέστο έως τον Έβρο και τη φρούρηση της σιδηροδρομικής γραμμής.

Από τις 12 Μαΐου είχε αρχίσει στη Θεσσαλονίκη η επιβίβαση των τμημάτων της Μεραρχίας Ξάνθης και η φόρτωση υλικού που προορίζονταν για το Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολη).

Τα ξημερώματα της 14ης Μαΐου 1920 κατέπλευσαν στον λιμένα του Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολη) τα πρώτα τμήματα το 15ο Σ. Πεζ. και το Στρατηγείο της Μεραρχίας με το οπλιταγωγό «Μυκάλη». Ύστερα από συνεννόηση με τον Γάλλο Διοικητή, άρχισε η αποβίβαση των δύο πρώτων ταγμάτων και έγινε κατάληψη της πόλεως χωρίς επεισόδια. Τμήματα προωθήθηκαν αμέσως προς ανατολάς κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής έως τον Έβρο. 

Την επομένη τελέστηκε Δοξολογία για την απελευθέρωση της πόλεως και έγινε η επίσημη παράδοση, με υποστολή της γαλλικής σημαίας και ανύψωση της ελληνικής
Στις 16 Μαΐου τμήματα του 15ου Σ. Πεζ. Προωθήθηκαν έως τις Φέρρες, ενώ το 14ο Σ. Πεζ. Πορεύθηκε από την Κομοτηνή προς την Αλεξανδρούπολη. Η Μεραρχία προωθήθηκε στο χώρο Φέρρες-Σουφλί-Διδυμότειχο όπου και εγκαταστάθηκε, ενώ το 13ο Σ. Πεζ. Παρέμεινε στην περιοχή Τοξότες –Ξάνθη.

Η ΙΧ Μεραρχία από την περιοχή Δράμας –Ξάνθης που βρισκόταν, προωθήθηκε προς τις γέφυρες του Έβρου, το Ουζούν Κιουπρού (Μακρά Γέφυρα) και το Κουλελί Μπουργκάζ καθώς και την περιοχή Καραγάτς προς την Αλεξανδρούπολη, με προκάλυψη προς την Βουλγαρία.

Στις 22 Μαΐου έφθασε και εγκαταστάθηκε στο Δεδέαγατς το Σώμα Στρατού με τον υποστρ. Εμμ. Ζυμπρακάκη και μετονομάστηκε τότε σε Στρατιά Θράκης.

Κατάληψη Πανόρμου.

Η Μεραρχία Ξάνθης που ήταν συγκεντρωμένη στην περιοχή Διδυμότειχο –Φέρρες διατάχθηκε να μετακινηθεί στην Αλεξανδρούπολη (6 Ιουνίου). Η Στρατιά Θράκης με προφορική διαταγή γνώρισε στο Μέραρχο ότι προοριζόταν να μετάσχει σε επιχείρηση στη Μικρά Ασία. Επίσης, τμήμα της προοριζόταν να μεταφερθεί στο Τσανάκ Καλέ υπό τη Διοίκηση του Άγγλου στρατηγού Milne, για την επιχείρηση εκκαθαρίσεως των Δαρδανελίων.

Η μεταστάθμευση της Μεραρχίας άρχισε αμέσως. Οι μονάδες της συγκεντρώθηκαν στην Αλεξανδρούπολη έως τις 12 Ιουνίου, εκτός από το 14ο Σ. Πεζ. Που παρέμεινε στη διάθεση της Στρατιάς.

Για την επιχείρηση στα Δαρδανέλια χρησιμοποιήθηκε το 13ο Σ. Πεζ. το οποίο επιβιβάσθηκε σε δύο ατμόπλοια, στις 14 Ιουνίου και έφθασε την ίδια ημέρα στο Τσανάκ Καλέ. Σε αντικατάσταση του 14ου Σ. Πεζ. τέθηκε στη διάθεση της Μεραρχίας το 26ο Σ. Πεζ. της Μεραρχίας Σμύρνης, το οποίο βρισκόταν ακόμα στη Θεσσαλονίκη.

Τα τμήματα της Μεραρχίας άρχισαν την επιβίβασή τους σε επτά ατμόπλοια (15 Ιουνίου) και κατευθύνθηκαν αμέσως στο Μούδρο της Λήμνου όπου έφθασε και το 27ο Σ. Πεζ. από τη Θεσσαλονίκη. (17 Ιουνίου).

Εκεί γνωστοποιήθηκε ότι η Μεραρχία προοριζόταν να ενεργήσει απόβαση στην Πάνορμο της Μικρασιατικής ακτής της Προποντίδας, υπό την προστασία ελληνικών και αγγλικών πολεμικών και αφού την καταλάβει να συνδεθεί με τη Μεραρχία Σμύρνης, συν/χης Αλέξ. Μαζαράκης, η οποία ενεργούσε από Μπαλούκεσερ προς βορράν, ώστε να αποκόψουν την υποχώρηση των τουρκικών δυνάμεων προς την Προύσσα.

Πραγματικά, στις 19 Ιουνίου ξημερώματα, τα τμήματα της Μεραρχίας Ξάνθης αποβιβάστηκαν αιφνιδιαστικά στην Αρτάκη και την Πάνορμο χωρίς να συναντήσουν αντίσταση και την επομένη (20 Ιουνίου) με ταχεία προέλαση προς το εσωτερικό επέτυχαν να συνδεθούν με τη Μεραρχία Σμύρνης κοντά στο Σοζουρλού αποκόπτοντας μεγάλες τουρκικές δυνάμεις προς την Προποντίδα και τα Στενά
Ύστερα από την εκπλήρωση της αποστολής της, η Μεραρχία Ξάνθης συγκεντρώθηκε και πάλι στην πάνορμο και από τις 23 Ιουνίου άρχισε την επιστροφή της στη Θράκη. Το 27ο Σ. Πεζ. της Μεραρχίας Σμύρνης παρέμεινε στη Μικρά Ασία.

Το 13ο Σ. Πεζ. μετά την εκκαθάριση των Κεμαλικών οργανώσεων στα Δαρδανέλια, επέστρεψε και αυτό στην Αλεξανδρούπολη (3 Ιουλίου), το 14ο Σ. Πεζ. έπαυσε πια να εξαρτάται από τη Στρατιά. Η Μεραρχία Ξάνθης ανασυγκροτημένη άρχισε αμέσως την προετοιμασία της για τις επιχειρήσεις στην Ανατολική Θράκη.

Συγχρόνως, με την υπόδειξη των Άγγλων, αποφασίστηκε να γίνει προέλαση της Μεραρχίας Σμύρνης προς την Προύσσα (25 Ιουνίου) και ενέργεια βρετανικών τμημάτων από τη Νικομήδεια προς νότον και απόβαση στα Μουδανιά.

Κατάσταση στην Ανατολική Θράκη

Ύστερα από την κατοχή της Κωνσταντινουπόλεως από τους Συμμάχους, ο Διοικητής του Α΄ Τουρκικού Σώματος Στρατού και Διοικητής Αδριανουπόλεως, συνταγματάρχης Τζαφέρ Ταγιάρ, κατήγγειλε την ανακωχή και επαναστάτησε κατά της Κυβερνήσεως του Σουλτάνου. Ο Ταγιάρ βρισκόταν σε μυστική επαφή με τον Κεμάλ και υπολόγιζε στη συνδρομή των Βουλγάρων.

Με το κίνημα, ο Ταγιάρ κήρυξε γενική επιστράτευση των Τούρκων της Ανατολικής Θράκης, με σκοπό το Σώμα Στρατού να φθάσει την εμπόλεμη σύνθεσή του και να αντισταθεί σε ενδεχόμενη κατάληψη της Ανατολικής Θράκης από τον Ελληνικό Στρατό. Η επιστράτευση όμως δεν απέδωσε, με αποτέλεσμα την απόλυση των εφέδρων. Στα όπλα παρέμεινα μόνο οι ηλικίες από 18 έως 22 ετών, ενώ οι έφεδροι, αφού εφοδιάστηκαν με ιματισμό και οπλισμό, γύρισαν στα χωριά τους γυμναζόμενοι από εφέδρους αξιωματικούς.

Στις 18 Μαρτίου συγκλήθηκε στο Κουλελί Μπουργκάζ το Εθνικό Συμβούλιο με 80 αντιπροσώπους απ’ όλες τις περιφέρειες της Ανατολικής Θράκης και ο Ταγιάρ ζήτησε τη συνδρομή όλων για την στρατολογία και τη συλλογή φόρων. Οι αντιπρόσωποι, εκτός εκείνων της Ραιδεστού και της Καλλιπόλεως, υποσχέθηκαν τη συνδρομή τους. συγκροτήθηκαν έτσι τρεις Μεραρχίες ελαττωμένης όμως δυνάμεως, στις Σαράντα Εκκλησιές, τη Ραιδεστό και στη Κεσσάνη. Ο Ταγιάρ γύρισε στην Αδριανούπολη και ανέλαβε τη Στρατιωτική Διοίκηση.

Στο τέλος Μαρτίου σχηματίστηκε νέα τουρκική Κυβέρνηση στην Κωνσταντινούπολη (υπό τον Δαμάτ Φερίτ) και εκδόθηκε αυτοκρατορικός φετφάς αποκηρύξεως των επαναστατών. Ο Ταγιάρ, ύστερα από ταλαντεύσεις, συσκέψεις και διαφωνίες κάλεσε το Συμβούλιο στην Αδριανούπολη, κατέλυσε τις πολιτικές αρχές και αυτοανακηρύχθηκε πολιτικός και στρατιωτικός Διοικητής Ανατολικής Θράκης.

Απροσδόκητα όμως, ο Ταγιάρ αναχώρησε νύχτα για την Κωνσταντινούπολη, συνοδευόμενος από έμπιστους αξιωματικούς. Προσωρινά, την πολιτική διοίκηση ανέλαβε ο Δήμαρχος Αδριανουπόλεως Σεφτέκ Βέης και τη στρατιωτική ο Επιτελάρχης του Σώματος Στρατού ταγματάρχης Ισμαήλ Χακή.
Αυτό κλόνισε το ηθικό των Τούρκων. Αντέδρασε τότε και ανέλαβε την αρχηγία της Άμυνας ο Στρατιωτικός Διοικητής Σαράντα Εκκλησιών, συν/χης Σουκρή Βέης, ενώ ο έπαρχος Σαράντα Εκκλησιών Χαλίλ Βέης, διορίστηκε Νομάρχης Αδριανουπόλεως. Σύντομα όμως επικράτησαν πιο μετριοπαθή στοιχεία και σχηματίστηκε νέο Συμβούλιο και επιτροπές από όλα τα εθνικά στοιχεία της Αδριανουπόλεως.

Αλλά, στις 19 Απριλίου ο Τζαφέρ Ταγιάρ επέστρεψε στην Αδριανούπολη, αφού φαίνεται ότι εξασφάλισε μυστικά υπέρ του κινήματος τη συγκατάθεση της επίσημης Κυβέρνησης. Από τη στιγμή αυτή άρχισε να προβάλλεται έντονα η ιδέα της αυτονόμησης της Θράκης και της συνένωσης της Ανατολικής με τη Δυτική, με πολιτικό Διοικητή τον Σεφκέτ Βέη και στρατιωτικό τον Ταγιάρ.

Πριν από την έκρηξη ακόμα του επαναστατικού κινήματος του Ταγιάρ είχε αρχίσει στη Θράκη η προπαρασκευή και οργάνωση συμμοριών καθώς και η διέγερση του φανατισμού των Τούρκων για την εξόντωση Ελλήνων και Αρμενίων· προπαγάνδα που προερχόταν από την Κωνσταντινούπολη με την ανοχή της Κυβερνήσεως. Πολυάριθμες συμμορίες δρούσαν κυρίως στην περιοχή Κεσσάνης, Ουζούν Κιουπρού, Τυρολόης και Σαράντα Εκκλησιών. Με την επιστροφή του Ταγιάρ στην Αδριανούπολη ενισχύθηκε αυτή η προσπάθεια και σχηματίστηκαν και νέα άτακτα σώματα.

Συγχρόνως, ο Ταγιάρ προσπάθησε να καταστήσει στενότερη τη συνεργασία του με τους Βουλγάρους. Για το σκοπό αυτό, με δέλεαρ την αυτονομία, είχε συνεννοήσεις με το βουλγαρικό κομιτάτο της Θράκης καθώς και με τη βουλγαρική κυβέρνηση που επίσημα τηρούσε τους όρους της ανακωχής, καραδοκούσε όμως να εκμεταλλευθεί ενδεχόμενη ελληνική αποτυχία. Ακόμα, υπολόγιζε στις συμμορίες των Βουλγάρων κομιτατζήδων που είχαν συγκεντρωθεί στα σύνορα και την ενίσχυσή του με χρήματα, οπλισμό και πυρομαχικά από τη Βουλγαρία.

Ύστερα από δισταγμούς και αμφιταλαντεύσεις, αποφασίστηκε τελικά να προβληθεί ένοπλη αντίσταση στην Ανατολική Θράκη και κηρύχτηκε γενική επιστράτευση (13 Μαΐου) ενώ συγχρόνως διατυπώθηκε ψήφισμα για αυτονομία που υποβλήθηκε στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης.

Η Ανατολική Θράκη διαιρέθηκε σε πέντε αμυντικές περιοχές : Αδριανούπολη, Σαράντα Εκκλησιές, Ραιδεστός, Τυρολόη και Τσατάλτσα, με ανάλογες επιτροπές για τη συλλογή χρημάτων με εράνους.

Το σχέδιο άμυνας απέβλεπε στη συγκέντρωση των τουρκικών δυνάμεων στη γραμμή Αδριανούπολη –Ουζούν Κιουπρού- για την απόκρουση ελληνικής επιθέσεως από τον Έβρο και τη φρούρηση των παραλίων για ενδεχόμενη απόβαση στη Ραιδεστό. Για την ενίσχυση του μετώπου του Έβρου μεταφέρθηκαν στην Αδριανούπολη η Μεραρχία των Σαράντα Εκκλησιών και στο Ουζούν Κιουπρού η Μεραρχία Κεσσάνης. Έγιναν ακόμα οχυρωματικά έργα στην Τυρολόη και την περιοχή Ραιδεστού. Η επιστράτευση είχε αποδώσει αρκετά, ύστερα από τα αυστηρά μέτρα που είχαν ληφθεί. Τις ενέργειες του Ταγιάρ ευνόησε η μεταφορά των γαλλικών δυνάμεων στη Συρία και την Κιλικία λόγω των διεξαγομένων εκεί επιχειρήσεων.

Απελευθέρωση Ανατολικής Θράκης

Η Ελληνική Στρατιά Θράκης προετοίμαζε την κατάληψη της Ανατολικής Θράκης από τον Απρίλιο 1920. Το Μάιο είχε προηγηθεί η κατάληψη της Δυτικής Θράκης και τον Ιούνιο ακολούθησαν οι επιχειρήσεις για την κατάληψη των περιοχών Φιλαδελφείας –Αδραμίτου –Πανόρμου- Προύσσας –Νικομήδειας και Μουδανιών στη Μικρά Ασία. Την απόφαση για την κατάληψη της Ανατολικής Θράκης έλαβε ο Ανώτατο Διασυμμαχικό Συμβούλιο στο Παρίσι (20 Ιουνίου) και η διαταγή δόθηκε από τον Βενιζέλο προς τον Αρχιστράτηγο Λεωνίδα Παρασκευόπουλο, τηλεγραφικά από το Σπα όπου βρισκόταν.

Σε κοινή σύσκεψη που έγινε στην Κωνσταντινούπολη (30 Ιουνίου), ο Αρχιστράτηγος Λ. Παρασκευόπουλος με το Στρατηγό Milne και το Ναύαρχο Robek καθόρισαν τις λεπτομέρειες της επιχειρήσεως. Άφθονα μέσα παρασχέθηκαν από τους Άγγλους, ιδιαίτερα για την αποβατική επιχείρηση που επρόκειτο να γίνει από τη Μεραρχία Σμύρνης στη Ραιδεστό και την Ηράκλεια και διατέθηκε ισχυρή Μοίρα του Βρετανικού Στόλου για υποστήριξη.

Το σχέδιο επιχειρήσεων για την κατάληψη της Ανατολικής Θράκης προέβλεπε συνδυασμένη ενέργεια των ελληνικών στρατευμάτων. Η Στρατιά Θράκης, με τις Μεραρχίες Ξάνθης και την ΙΧ, θα διέβαινε τον Έβρο προς Ουζούν Κιουπρού και Εσκίκιοϊ και θα κατελάμβανε την Αδριανούπολη, ενώ η Μεραρχία Σμύρνης θα αποβιβαζόταν στην Ηράκλεια και τη Ραιδεστό, θα βάδιζε προς τη Χαριούπολη και το Μπαμπά-Εσκί και θα συνδεόταν με τις μονάδες του Έβρου. Μετά την επίτευξη συνδέσμου, οι μονάδες της Στρατιάς Θράκης θα κατευθύνονταν προς Σαράντα Εκκλησίες για την αποκοπή των τουρκικών δυνάμεων από τα βουλγαρικά σύνορα.

Η Μεραρχία Σμύρνης (27ο, 28ο, 30ο Σ. Πεζ.) ενισχυμένη με το 3ο Σ. Πεζ., 3ο Σ. Ιππ. Και πυροβολικό, πορεύθηκε από το Μιχαλίτσι και την Κρεμαστή στην Πάνορμο όπου συγκεντρώθηκε στις 24 Ιουνίου.

Η επιβίβαση της Μεραρχίας άρχισε στις 4 Ιουλίου από τους λιμένες Πανόρμου, Αρτάκης και Γωνιών, σε 18 ατμόπλοια και περατώθηκε σε δυο ημέρες. Οι λεπτομέρειες για τη νηοπομπή και την απόβαση ρυθμίστηκαν σε συνεννόηση με το Διοικητή της Ναυτικής Μοίρας πλοίαρχο Γέροντα. Εκτός από τα αντιτορπιλικά που είχαν διατεθεί για την προστασία της νηοπομπής, στην επιχείρηση έλαβε μέρος και το θωρηκτό «Κιλκίς» που χρησίμευσε ως Σταθμός Διοικήσεως της Μεραρχίας. Ακόμα, έλαβε μέρος Μοίρα του βρετανικού στόλου με τα θωρηκτά «Iron Duke» και «Revenge» ανάλογα αντιτορπιλικά και μοίρα υδροπλάνων.

Την 7η Ιουλίου (04.00) το θωρηκτό «Κιλκίς» (Σταθμός Διοικήσεως της Μεραρχίας) έφθασε έξω από την Ηράκλεια και έγιναν αναγνωρίσεις από αγγλικά υδροπλάνα. Το αντιτορπιλικό «Αετός» και η νηοπομπή πλησίασαν στην Ηράκλεια. Πριν όμως αρχίσει η αποβίβαση, έφθασε λέμβος με λευκή σημαία, η οποία έφερε την πληροφορία ότι η τουρκική δύναμη, 500 άνδρες περίπου, αποχώρησε προς την Τυρολόη, με τους πρώτους κανονιοβολισμούς που είχαν ριφθεί για την προετοιμασία της αποβάσεως. Έτσι, το 27ο Σ. Πεζ. αποβιβάστηκε ανενόχλητο και κινήθηκε αμέσως προς Τυρολόη. Ακολούθησε η αποβίβαση και του 28ου Σ. Πεζ.

Παράλληλα, το αντιτορπιλικό «Ιέραξ» και η νηοπομπή πλησίασε στη Ραιδεστό και άρχισε η αποβίβαση του 3ου Σ. Πεζ., το οποίο όμως εβλήθη από τα υψώματα και ζητήθηκε προέλαση φάλαγγας από την Ηράκλεια για υποστήριξη. Η Ραιδεστός καταλήφθηκε το μεσημέρι. Ακολούθησε η αποβίβαση του 30ου Σ. Πεζ. και των υπολοίπων τμημάτων σχηματισμών καθώς και του Στρατηγείου της Μεραρχίας.

Την 8η Ιουλίου τα τμήματα που αποβιβάστηκαν στην Ηράκλεια, βάδισαν σε δυο φάλαγγες προς Μουρατλί και Σαριμπαντζί. Στη Ραιδεστό εξακολούθησε η αποβίβαση τμημάτων παρά τη σφοδρή θαλασσοταραχή και την έλλειψη αποβατικών μέσων. Εκεί έφθασε και η ΙΙΙ Μοίρα Πεδινού Πυροβολικού από την Πάνορμο.

Την ίδια ημέρα (8 Ιουλίου), τμήματα της ΙΧ Μεραρχίας ενήργησαν αναγνωρίσεις προς Καραγάτς και επιχείρησαν αρπαγή φυλακίου στην γέφυρα του Έβρου. Οι Μεραρχίες του Έβρου (Ξάνθης και ΙΧ) παρέμειναν την ημέρα αυτή στις θέσεις τους αναμένοντας την πρόοδο της Μεραρχίας Σμύρνης.
Την 9η Ιουλίου, η Μεραρχία Σμύρνης κινήθηκε δραστήρια με τέσσερις φάλαγγες προς το Λουλέ Μπουργκάζ, Μπαμπά Εσκί, Μουσελίν και Χαριούπολη και το απόγευμα της 10ης Ιουλίου έφθασε στη γενική γραμμή του Εργίνη ποταμού.

Διάβαση Έβρου από τη Μεραρχία Ξάνθης

Η Διαταγή Επιχειρήσεων της Στρατιάς Θράκης της 4ης Ιουλίου 1920 προέβλεπε για τη νύκτα της 10ης προς 11η, η Μεραρχία Ξάνθης να διαβεί αιφνιδιαστικά τον Έβρο ποταμό κοντά στο Σουφλί και τη χαραυγή να προσβάλει τον εχθρό μεταξύ των ποταμών Εργίνη και Έβρου, με γενική κατεύθυνση Καβακλί-Ουμεντί. Η Μεραρχία ήταν εγκατεστημένη στην περιοχή Διδυμοτείχου, με το Στρατηγείο της στο Σουφλί.

Ο Διοικητής της Μεραρχίας αφού έκανε αναγνωρίσεις με το επιτελείο του, καθόρισε το σημείο ζεύξεως του ποταμού, 1χλμ. ΒΔ του χωριού Καραμπουνάρ. Εν συνεχεία η Μεραρχία συγκέντρωσε τα τμήματά της κοντά στο σημείο διαπεραιώσεως.

Το 1ο Σύντ. Ιππ. από Δεδέαγατς μεταφέρθηκε σιδηροδρομικά την 5η και 6η Ιουλίου στο Σουφλί και συγκεντρώθηκε στην περιοχή της Μονής Δαδιάς (8 χλμ. Νοτ. Σουφλί) και η Μοίρα Πεδινού Πυροβολικού μεταστάθμευσε από Φερετζίκ (Φέρρες) στη Μονή Δαδιάς. Την 9η Ιουλίου έφθασε από Φερετζίκ στο ύψος του χωριού Καραμπουνάρ ο συρμός με τη γεφυροσκευή και το λόχο γεφυροποιών. Άρχισε αμέσως η εκφόρτωση των πακτώνων και η μεταφορά με τις ομοζυγίες της Πεδινής Μοίρας Πυροβολικού στην αναγνωρισθείσα θέση.

Την 10η Ιουλίου το πρωί έγιναν λεπτομερείς αναγνωρίσεις από τους Διοικητές των Συνταγμάτων Πεζικού καθώς και από τους Διοικητές Πυροβολικού. Μια πυροβολαρχία τάχθηκε από τις δύο πλευρές του σημείου ζεύξεως για να υποστηρίξει τη διάβαση. Το 13ο Σ. Πεζ. κινήθηκε για να διαβεί τον ποταμό σε σημείο βόρεια από την παρυφή του χωρίου Καραμπουνάρ.

Το 1ο Τάγμα διατάχτηκε να αρχίσει τη διάβαση καις της 22.30 ώρα, διαπεραιώθηκε με πλωτά μέσα προς την ανατολική όχθη που κατείχαν οι Τούρκοι το πρώτο τμήμα και ακολούθησε διαπεραίωση ολόκληρου του Τάγματος, το οποίο ενώ κατευθυνόταν προς το χωριό Καϊκιοϊ για να λάβει κατάλληλες θέσεις και να προστατεύσει την κατασκευή της γέφυρας, δέχτηκε πυρά. Η ζεύξη του ποταμού άρχισε την 24.00 ώρα, ενώ συνεχίστηκε η διαπεραίωση και του 2ου Τάγματος με πλωτά μέσα. Η κατασκευή της γεφύρας περατώθηκε την 03.00 της 11ης Ιουλίου και άρχισε αμέσως η διάβαση των σωμάτων και σχηματισμών με τη σειρά που είχε ορισθεί.

Την 05.45 ώρα, το 3ο Τάγμα του 13ου Σ. Πεζ. κινούμενο στη διεύθυνση του χωρίου Σουμπάσκιοϊ για την κάλυψη της Μεραρχίας, εβλήθη από τουρκικές δυνάμεις που κατείχαν τα απέναντι αντερείσματα. Αλλά τα εχθρικά τμήματα ύστερα από σύντομη αντίσταση, υποχώρησαν στην ορμητική επίθεση του Τάγματος. Μέχρι την 06.10 όλα τα μάχιμα τμήματα της Μεραρχίας είχαν διαβεί τον ποταμό εκτός από τη Μοίρα Πεδινού Πυροβολικού η οποία διέβη λίγο αργότερα. Αμέσως σχηματίστηκαν δύο φάλαγγες σύμφωνα με το σχέδιο και από την 07.00 ώρα η Μεραρχία άρχισε την ταχεία προέλασή της.

Συγχρόνως, η ίλη Καβράκου και το 1ο Σύντ. Ιππ. διέβαιναν τον Έβρο και έσπευδαν να εκπληρώσουν την αποστολή τους. καθ’ οδόν έλαβαν πληροφορίες από αναγνωριστικά αεροπλάνα της Στρατιάς, ότι ο εχθρός που βρισκόταν γύρω από το Ουζούν Κιουπρού (Μακρά Γέφυρα) υπεχώρησε επωφελούμενος από τη νύκτα. Η Μεραρχία χωρίς να χάσει καιρό αναπτύχθηκε και επέσπευσε την πορεία της προς Ουμεντί και Αζατλί. Το Σύνταγμα Ιππικού διατάχθηκε να προηγηθεί εσπευσμένα προς την ίδια κατεύθυνση επιζητώντας επαφή με τον εχθρό.

Η Μεραρχία Ξάνθης που κινούνταν προς την κατεύθυνση που όριζε το σχέδιο, έλαβε την 16.30 ώρα αναφορά της ίλης Καβράκου ότι ολόκληρος ο τομέας από Καραχαμτζά-Καδίκιοϊ –Γέφυρα Κουλελί Μπουργκάζ εγκαταλείφθηκε από τους Τούρκους, οι οποίοι υποχωρούσαν προς Ουζούν Κιουπρού. Η Μεραρχία εξακολούθησε την προέλασή της προς Καβακλί. Την 17.30 ώρα νέα αναφορά της ίλης Καβράκου ανέφερε ότι εισήλθε στο Ουζούν Κιουπρού και συνέλαβε αιχμαλώτους (6 αξ/κούς και 85 οπλίτες). Η Μεραρχία εξακολούθησε να εκκαθαρίζει το έδαφος, ενώ το Μεραρχιακό Ιππικό προήλασε και κατέλαβε το Ουμεντί. Το απόγευμα ύστερα από πορεία 40 χλμ. κάτω από αφόρητο καύσωνα, η Μεραρχία ανέκοψε την προέλασή της και στάθμευσε στην περιοχή Καδίκιοϊ- Ζαλούφκιοϊ, Εσκίκιοϊ –Ουμεντί.

Έτσι κατά την πρώτη ημέρα της επιχείρησης η Μεραρχία Ξάνθης διέβη τον Έβρο, προήλασε ταχέως και έφθασε την εσπέραν την ίδιας ημέρας στο ύψος της σιδηροδρομικής γραμμής Κουλελί Μπουργκάζ –Ουζούν Κιουπρού, εκκαθαρίζοντας την περιοχή από τις τουρκικές δυνάμεις.

Την 11ην Ιουλίου, η Μεραρχία Σμύρνης έφθασε στην περιοχή Τσιφιλάρ και κατέλαβε το Μπαμπά –Εσκί. Ίλη ιππικού (Σόλων Γκίκας) που κινούνταν προς Χάφσαν συνάντησε ομάδα 20 εφίππων του επιτελείου Ταγιάρ, τους οποίους κατεδίωξε και τελικά κύκλωσε και συνέλαβε. Ο Ταγιάρ που ήταν μαζί, κατόρθωσε να διαφύγει αλλά έπεσε από το άλογό του στην περιοχή του χωριού Μποστανλί, όπου μετά από λίγες ημέρες προδόθηκε από εντοπίους και συνελήφθη (14 Ιουλίου). Τις απογευματινές ώρες της 11ης Ιουλίου, η Μεραρχία Σμύρνης συνδέθηκε με τμήμα της Μεραρχίας Ξάνθης στην περιοχή Μπαξιλάρ.

Είσοδος στην Αδριανούπολη

Η ΙΧ Μεραρχία αρχικά είχε αμυντική αποστολή στην περιοχή Καραγάτς καις την περιοχή Κουλελί Μπουργκάζ. Την 10η Ιουλίου, όλη τη νύκτα εχθρικές περίπολοι παρενοχλούσαν τα ελληνικά φυλάκια. Την 11η στον τομέα Κουλελί Μπουργκάζ παρατηρήθηκε υποχώρηση των Τούρκων και το 26ο Σ. Πεζ. προήλασε προς Ουμεντί και Ουζούν Κιουπρού, όπου συναντήθηκε με τμήματα της Μεραρχίας Ξάνθης, τα οποία προωθήθηκαν αμέσως προς Τσακμάκ. Οι Τούρκοι συμπτυσσόμενοι κατέστρεψαν σιδηροδρομική γέφυρα της γραμμής Καραγάτς προς Κωνσταντινούπολη.

Στον τομέα του Καραγάτς, κήρυκας ειδοποίησε, ότι επιτροπή από την Αδριανούπολη ζητούσε 24ωρη προθεσμία για παράδοση της πόλεως, πράγμα που δεν έγινε δεκτό.

Η Μεραρχία Ξάνθης προωθήθηκε από το πρωί της 12ης Ιουλίου προς Χάφσαν –Μποστανλί, για να κυκλώσει την Αδριανούπολη και να διακόψει την επικοινωνία με τις Σαράντα Εκκλησιές. Την 13.15 της 12ης Ιουλίου τμήμα του 3/40 Ευζώνων της ΙΧ Μεραρχίας εισήλθε χωρίς αντίσταση στην Αδριανούπολη από τα δυτικά.

Την επομένη, 13 Ιουλίου, εισήλθε στην Αδριανούπολη το Στρατηγείο της Στρατιάς Θράκης, οι Μέραρχοι Ξάνθης και Σμύρνης καθώς και ο Βασιλέας Αλέξανδρος με τον Αρμοστή Θράκης Αντ. Σακτούρη. Επακολούθησε δοξολογία και δεξίωση στο Διοικητήριο. Ο ενθουσιασμός των Ελλήνων ήταν απερίγραπτος και η κυανόλευκη κυμάτιζε παντού. Με την κατάληψη της Αδριανούπολεως συντελέστηκε ουσιαστικά η κατάληψη της Ανατολικής Θράκης και ο στρατός του Ταγιάρ διαλύθηκε.
Από την επομένη, 14 Ιουλίου, η Μεραρχία Ξάνθης προήλασε και κατέλαβε τις Σαράντα Εκκλησιές όπου εγκαταστάθηκε (16 Ιουλίου). Αμέσως απέστειλε μονάδες προς Βορράν για την εκκαθάριση του εδάφους και παγίωση της τάξεως στα βουλγαρικά σύνορα. Ομοίως τμήματά της κινήθηκαν προς Ανατολάς και έφθασαν στη Βιζύη και Μήδεια στον Εύξεινο και μέχρι την Τσατάλτσα προς την Κωνσταντινούπολη. Στις ενέργειές της αυτές υποβοηθήθηκε από την Ταξιαρχία Ιππικού.

Η Μεραρχία Σμύρνης από τις 14 Ιουλίου ετέθη σε πορεία προς τη Ραιδεστό, εκκαθαρίζοντας το έδαφος καθ’ οδόν. Τάγμα παρέμεινε προσωρινά εις Λουλέ Μπουργκάζ, Μπαμπά Εσκί και Τυρολόη.
Το 30ο Σ. Πεζ. κινήθηκε από Ουζούν Κιουπρού προς Κεσσάνη-Καλλίπολη. Όταν όμως έφθασε στο Μπουλαϊρ παρεμποδίστηκε από το Γάλλο Διοικητή Καλλιπόλεως να εισέλθει στη Χερσόνησο, τμήματα παρέμειναν προσωρινά στην Κεσσάνη και στα Μάλγαρα. Στις 27 Ιουνίου έφθασε στη Ραιδεστό όπου συγκεντρωθήκαν και τα υπόλοιπα τμήματα της Μεραρχίας. Τις επόμενες ημέρες η Μεραρχία Σμύρνης επιβιβάστηκε σε ατμόπλοια και μεταφέρθηκε στα Μουδανιά για να μετάσχει στις επιχειρήσεις της Μικράς Ασίας.

Η ΙΧ Μεραρχία ανέλαβε την εκκαθάριση της περιοχής δυτικά της Αδριανουπόλεως έως τα στενά του Δεμίρ Καπού και τη Βουλγαρική μεθόριο.

Τις ημέρες εκείνες υπογράφηκε και η Συνθήκη των Σεβρών (29 Ιουλίου 1920) με την οποία καθορίζονταν τα νέα σύνορα με την Τουρκία.

Η Τουρκία παραχωρούσε στην Ελλάδα όλα τα εδάφη δυτικά της γραμμής από το σημείο επί του Ευξείνου Πόντου στις εκβολές του Μπουγιούκ Ντερέ (7 χλμ. ΒΔ του χωρίου Πόδημα) και κατέληγε στην Προποντίδα (1 χλμ. ΝΔ της Καλλικράτειας και της Τσατάλτσας). Δηλαδή παραχωρούνταν  ολόκληρη η περιοχή της Ανατολικής Θράκης εκτός από τα περίχωρα της Κωνσταντινουπόλεως και της Τσατάλτσα.

Επίσης παραχωρούνταν οριστικά η Ίμβρος και η Τένεδος ενώ στην Μ. Ασία, η περιοχή Σμύρνης θα παρέμενε προσωρινά υπό την οθωμανική κυριαρχία, αλλά η Τουρκία θα μεταβίβαζε στην Ελληνική Κυβέρνηση τα κυριαρχικά της δικαιώματα και η Ελλάς θα αναλάμβανε την τήρηση της τάξεως με τις αναγκαίες στρατιωτικές δυνάμεις και πρόβλεψη ιδρύσεως τοπικού κοινοβουλίου και δημοψήφισμα μετά 5ετία, για να περιέλθει η περιοχή Σμύρνης οριστικά στην Ελλάδα.

Η Θράκη υπό Ελληνική Διοίκηση

Ύστερα από την είσοδο του Ελληνικού Στρατού στην Ανατολική Θράκη, συγκροτήθηκε η Γενική Διοίκηση Θράκης (2 Σεπτ.) με Γενικό Διοικητή τον Αντ. Σακτούρη κα αποκαταστάθηκε η τάξη. Άρχισε η οργάνωση της δημόσιας διοίκησης, η επανόρθωση των ζημιών του πολέμου και η περίθαλψη και στέγαση των παλιννοστούντων. Η χωροφυλακή έδωσε το αίσθημα ασφάλειας στην ύπαιθρο και αποκαταστάθηκε η δικαιοσύνη. Η εκπαίδευση βρήκε τον κανονικό της ρυθμό και λειτουργούσε η οικονομική υπηρεσία.

Η Ελληνική Διοίκηση είχε να αντιμετωπίσει τρομερό κενό, γιατί στη Θράκη, υπήρχε μόνο ένα στρατιωτικό σύστημα που κατέπεσε με τη διάλυση του στρατού του Ταγιάρ. δημόσια ασφάλεια δεν υπήρχε και η δικαιοσύνη ήταν ανύπαρκτη. Η οικονομική κατάσταση ήταν άσχημη και οι φόροι εισπράττονταν αυθαίρετα και με τη βία. Τα κτήματα είχαν παραμείνει ακαλλιέργητα και ύστερα από τις διώξεις και τις μετακινήσεις των πληθυσμών, ακολούθησαν διαρπαγές Τούρκων και Βουλγάρων. Τα ελληνικά σχολεία που ανθούσαν στη Θράκη είχαν καταστραφεί από τους Βουλγάρους κομιτατζήδες και οι δάσκαλοι είχαν εκδιωχθεί. Παρέμενε μόνο η Εκκλησία.

Η Ελληνική Διοίκηση που περιλάμβανε τη Δυτική και την Ανατολική Θράκη προσπάθησε να εφαρμόσει ένα διοικητικό σύστημα εύκαμπτο, με 6 Νομούς (Αδριανουπόλεως, Καλλιπόλεως, Ραιδεστού, Σαράντα Εκκλησιών, Έβρου και Ροδόπης) και περισσότερες υποδιοικήσεις. 
Χρησιμοποίησε πρόσωπα ικανά που γνώριζαν τον τόπο και τον πληθυσμό. Όπου ήταν δυνατόν, χρησιμοποιήθηκε το εντόπιο στοιχείο, αδιάφορα από εθνότητα, θρήσκευμα και γλώσσα. Η χρηστή διοικητική λειτουργία εμπέδωσε την ασφάλεια. Την αυθαιρεσία αντικατέστησαν οι αποφάσεις και τα διατάγματα και καθορίστηκαν τα δικαιώματα και τα καθήκοντα των αρχών. Ιδιαίτερα η προσεκτική συγκρότηση της Χωροφυλακής και η καλή συμπεριφορά της υπήρξε από τα θετικότερα στοιχεία της Ελληνικής Διοικήσεως.

Έγινε προσπάθεια να βελτιωθεί η οικονομία. Αναπτύχθηκε τελωνειακό σύστημα και εγκαταστάθηκαν οικονομικές αρχές ώστε η φορολογία να καταστεί κατά το δυνατόν δικαιότερη. Καταργήθηκαν οι πολεμικές προσαυξήσεις, παρασχέθηκαν ευκολίες για την ενίσχυση της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, υποβοηθήθηκε η λειτουργία των εργαστηρίων και μειώθηκε σημαντικά ο φόρος της δέκατης (από 12,5 σε 8%).

Υπήρξε μέριμνα για την περίθαλψη και τον επαναπατρισμό των προσφύγων καθώς και για τη στέγαση και την αποκατάσταση των ζημιών του πολέμου και την προμήθεια γεωργικών εργαλείων και κτηνών. Υγειονομεία ιδρύθηκαν και λειτούργησαν, και δημοτικά νοσοκομεία στα μεγαλύτερα κέντρα. Αδριανούπολη, Ραιδεστό και Κομοτηνή. Τέλος οργανώθηκε η υπηρεσία των ταχυδρομείων και καταρτίστηκε υπηρεσία δημοσίων έργων με ιδιαίτερη φροντίδα για την αποκατάσταση των συγκοινωνιών.

Η τοπική αυτοδιοίκηση τονώθηκε και αναγνωρίστηκαν τα δικαιώματα κάθε εθνότητας και κάθε θρησκεύματος με τη συμμετοχή αντιπροσώπων όλων στα κοινά. Η δικαιοσύνη λειτούργησε με βάση τα ελληνικά δικαστήρια, αλλά διατηρήθηκε το καθεστώς των ιεροδικείων κάθε θρησκευτικής κοινότητας.

Ιδιαίτερα μέτρα θεσπίστηκαν υπέρ των ετεροδόξων. Ελήφθη φροντίδα για τη λειτουργία των θρησκευτικών φιλανθρωπικών και κοινωφελών Ιδρυμάτων και εμπεδώθηκε η πεποίθηση για την ελεύθερη χρήση της ιδίας γλώσσας και την ελεύθερη εκτέλεση των θρησκευτικών καθηκόντων εκάστου.

Η ελληνική εκπαίδευση τονώθηκε και λειτούργησε με τη βοήθεια της Διοικήσεως και της Εκκλησίας. Περί τα 400 δημοτικά σχολεία, 20 γυμνάσια και 2 διδασκαλεία λειτούργησαν και πολιτιστικοί σύλλογοι ανασυστήθηκαν καθώς και διάφορα φιλανθρωπικά ιδρύματα των κοινοτήτων.
Τέλος έγινε εθελοντική στρατολογία των εντοπίων που απέδωσε γύρω στους 10.000 οπλίτες. Η ορκωμοσία και η παράδοση των σημαιών από τη Μεραρχία Ξάνθης, έγινε μέσα σε κλίμα ενθουσιασμού και συγκινήσεως στις Σαράντα Εκκλησιές. Ο πληθυσμός, όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία, δέχτηκε τη νέα κατάσταση ευχαρίστως. Οι Έλληνες βεβαίως πανηγύριζαν για την απελευθέρωσή τους από δουλεία αιώνων, αλλά και οι Τούρκοι ευγνωμονούσαν γιατί απαλλάχτηκαν από τον βουλγαρικό ζυγό καθώς και από τον δεσποτισμό του Ταγιάρ.

Παπαθανάκης Σταύρος

 faros-24.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου